ἄνδηρα

ἄνδηρον
raised bank
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Άνδηρα — Ονομασία δύο αρχαίων πόλεων. 1. Πόλη της Μυσίας, όπου υπήρχαν, όπως αναφέρει και o Στράβων, μεταλλεία.Στην πόλη αυτή λατρευόταν η μητέρα των θεών (Κυβέλη) ως Ανδειρήνη. 2. Πόλη της αρχαίας Φρυγίας που αναφέρεται από τον Στέφανο Βυζάντιο …   Dictionary of Greek

  • ἄνδηρ' — ἄνδηρα , ἄνδηρον raised bank neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δελφοί — Ορεινή κωμόπολη (υψόμ. 580 μ., 2.373 κάτ.) στην πρώην επαρχία Παρνασσίδος του νομού Φωκίδος. Βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού, 21 χλμ. ΝΑ της Άμφισσας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Ο σημερινός οικισμός διαδέχτηκε τον παλαιότερο… …   Dictionary of Greek

  • Πριήνη — Αρχαία ελληνική πόλη στην Καρία της Μικράς Ασίας, κοντά στην ακτή, στους νότιους πρόποδες του όρους Μυκάλη. Τον 8o αι. π.Χ., η πόλη μπήκε στην ομοσπονδία των ιωνικών πόλεων και αργότερα πήρε μέρος στους πολέμους εναντίον των Περσών, οι οποίοι την …   Dictionary of Greek

  • άνδηρο — Έτσι ονομάζεται το τραπέζι στα τεκτονικά συμπόσια. Έχει σχήμα Π, με την κορυφή προς την ανατολή και τα δύο σκέλη προς τη δύση. Στο ά. τοποθετούνται, κατά τα συμπόσια, με τρόπο τελετουργικό(σε τέσσερις παράλληλες σειρές) τα επιτραπέζια σκεύη. * *… …   Dictionary of Greek

  • βουνί — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 70 μ., 158 κάτ.) της Κεφαλονιάς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Παλικής του νομού Κεφαλληνίας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 40 κάτ.) της Κέρκυρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θιναλίου… …   Dictionary of Greek

  • Βεργίνα — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 1.246 κάτ.) του νομού Ημαθίας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Βρίσκεται σε απόσταση 12 χλμ. από τη Βέροια. Στη Β. βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Μακεδονίας και όλης της …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Θάσος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία… …   Dictionary of Greek

  • Πτώον — Χαμηλό όρος (726 μ.) της Βοιωτίας, Α της Κωπαΐδας, Β της λίμνης Υλίκης. Στην αρχαιότητα ήταν περίφημο για το ιερό του Πτώου Απόλλωνα που υπήρχε εκεί, Δ της σημερινής μονής Πελαγίας. Στο ιερό, όπου υπήρχε και μαντείο, τελούνταν τα Πτώια, μουσικοί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.